αντιμεταχώρηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αντιμεταχώρηση | οι | αντιμεταχωρήσεις |
| γενική | της | αντιμεταχώρησης* | των | αντιμεταχωρήσεων |
| αιτιατική | την | αντιμεταχώρηση | τις | αντιμεταχωρήσεις |
| κλητική | αντιμεταχώρηση | αντιμεταχωρήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αντιμεταχωρήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αντιμεταχώρηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντιμεταχώρη(σις) (αντιμετάθεση γραμμάτων) + -ση < ἀντιμεταχωρῶ (πάω στην άλλη πλευρά)[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a(n).di.me.taˈxo.ɾi.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐ντι‐με‐τα‐χώ‐ρη‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αντιμεταχώρηση θηλυκό
- (γραμματική) το γλωσσικό φαινόμενο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, κατά το οποίο ένα μακρόχρονο φωνήεν αλλάζει αμοιβαία ποσότητα (δηλαδή χρονική διάρκεια) με το αμέσως επόμενο βραχύχρονο φωνήεν
τοῦ βασιλῆος - τοῦ βασιλέως
τῆς πόληος - τῆς πόλεως- ≈ συνώνυμα: αντιμετάθεση χρόνου, μετάθεση ποσότητας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αντιμεταχώρηση
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αντιμεταχώρηση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)