Μετάβαση στο περιεχόμενο

αντιμεταχώρηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντιμεταχώρηση οι αντιμεταχωρήσεις
      γενική της αντιμεταχώρησης* των αντιμεταχωρήσεων
    αιτιατική την αντιμεταχώρηση τις αντιμεταχωρήσεις
     κλητική αντιμεταχώρηση αντιμεταχωρήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αντιμεταχωρήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αντιμεταχώρηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντιμεταχώρη(σις) (αντιμετάθεση γραμμάτων) + -ση < ἀντιμεταχωρῶ (πάω στην άλλη πλευρά)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a(n).di.me.taˈxo.ɾi.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αντιμεταχώρηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αντιμεταχώρηση θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]