αντισχέδιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντισχέδιο αντισχέδια
γενική αντισχεδίου αντισχεδίων
αιτιατική αντισχέδιο αντισχέδια
κλητική αντισχέδιο αντισχέδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντισχέδιο < αντι- + σχέδιο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική counterplan)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντισχέδιο ουδέτερο

  • (λόγιο) σχέδιο με το οποίο εκφράζουμε την αντίθεσή μας σε άλλο σχέδιο ή προσπαθούμε να μετριάσουμε / εξουδετερώσουμε τις συνέπειες ενός άλλου σχεδίου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]