Μετάβαση στο περιεχόμενο

αντισχέδιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αντισχέδιο τα αντισχέδια
      γενική του αντισχεδίου
& αντισχέδιου
των αντισχεδίων
    αιτιατική το αντισχέδιο τα αντισχέδια
     κλητική αντισχέδιο αντισχέδια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αντισχέδιο < ήδη από το 1877 (καθαρεύουσα) ἀντισχέδ(ιον)[1] + -ιο < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική counterplan. Μορφολογικά αναλύεται σε αντι- + σχέδιο.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /an.diˈsçe.ði.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αντισχέδιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αντισχέδιο ουδέτερο

  • σχέδιο με το οποίο εκφράζουμε την αντίθεσή μας σε άλλο σχέδιο ή προσπαθούμε να μετριάσουμε / εξουδετερώσουμε τις συνέπειες ενός άλλου σχεδίου

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἀντισχέδιον - αντισχέδιο, σελ.110, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
    [με επεξήγηση:] τὸ ἐναντίον τινὸς ἄλλου σχεδίου.