αντλιωρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντλιωρός αντλιωροί
γενική αντλιωρού αντλιωρών
αιτιατική αντλιωρό αντλιωρούς
κλητική αντλιωρέ αντλιωροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντλιωρός < αντλία + Fορός (< ὁρῶ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντλιωρός αρσενικό

  1. (μηχανολογία) ο επιφορτισμένος στην καλή λειτουργία και συντήρηση των αντλιών μιας εγκατάστασης, βιομηχανικής, πετρελαιοχημικής, πλωτής ή μόνιμης δεξαμενής πλοίων κ.λπ.
  2. (ναυτικός όρος) ειδικότητα υπαξιωματικού του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού, ιδιαίτερα των δεξαμενοπλοίων, που προΐσταται του αντλιοστασίου.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]