αξόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αξόνι αξόνια
γενική αξονιού αξονιών
αιτιατική αξόνι αξόνια
κλητική αξόνι αξόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αξόνι < άξονας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αξόνι ουδέτερο

  1. ο άξονας
  2. ο τροχός, η ρόδα (ειδικότερα του νερόμυλου, στη ναξιακή διάλεκτο)
  3. ο πείρος (στη ναξιακή διάλεκτο)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]