αρλούμπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρλούμπα αρλούμπες
γενική αρλούμπας αρλούμπων
αιτιατική αρλούμπα αρλούμπες
κλητική αρλούμπα αρλούμπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρλούμπα < πιθανόν παραφθορά της ιταλικής λέξης, burla (ανόητος) ή της φράσης alla burla (για πλάκα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρλούμπα θηλυκό

  1. ανοησία, κουταμάρα, οποιαδήποτε πράξη, κατασκευή ή ακόμα και λόγος που στερείται κάποιας αξίας ή είναι κενό ουσίας
    ωχ, ο Νίκος ήπιε πολύ και άρχισε πάλι τις αρλούμπες


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]