αρχιπλοίαρχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρχιπλοίαρχος αρχιπλοίαρχοι
γενική αρχιπλοιάρχου
& αρχιπλοίαρχου
αρχιπλοιάρχων
& αρχιπλοίαρχων
αιτιατική αρχιπλοίαρχο αρχιπλοιάρχους
& αρχιπλοίαρχους
κλητική αρχιπλοίαρχε αρχιπλοίαρχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αρχιπλοίαρχος < αρχι- + πλοίαρχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αρχιπλοίαρχος αρσενικό

  • ανώτερος αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού με βαθμό ανώτερο του πλοιάρχου και κατώτερο του στολάρχου

32πχ Μεταφράσεις[]