αρχοντογυναίκα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρχοντογυναίκα αρχοντογυναίκες
γενική αρχοντογυναίκας αρχοντογυναικών
αιτιατική αρχοντογυναίκα αρχοντογυναίκες
κλητική αρχοντογυναίκα αρχοντογυναίκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχοντογυναίκα < → δείτε τις λέξεις: άρχοντας και γυναίκα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aɾ.xɔn.dɔ.ʝi.ˈnɛ.ka/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρχοντογυναίκα θηλυκό

  1. Γυναίκα με αρχοντική εμφάνιση και τρόπους
  2. Γενναιόδωρη

συχνά δίνει χρήματα σε φιλανθρωπίες, σκέτη αρχοντογυναίκα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]