ασανσέρ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ασανσέρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική ascenseur [1]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ασανσέρ ουδέτερο άκλιτο
- (γαλλισμός) σύστημα με το οποίο επιτυγχάνεται γρήγορη μετακίνηση μεταξύ των ορόφων ενός κτηρίου
- ※ «Θέλω να σας ξαναδώ», της φώναξε μέσα από το ασανσέρ. «Πάρτε με τηλέφωνο», του απάντησε. Και η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε και το ασανσέρ ξεκίνησε για τον χαμηλότερο όροφο,όπου το είχαν καλέσει. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Να σταματήσει την πόρτα. Να σταματήσει το ασανσέρ. Τι εννοούσε να την πάρει τηλέφωνο. Δεν είχε το τηλέφωνό της. (Δημήτρης Μαργέτας, Φταίει η Ακρόπολη, Swiss class press, 2025)
- ≋ ταυτόσημα: ανελκυστήρας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ασανσέρ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Γαλλισμοί (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)