Μετάβαση στο περιεχόμενο

ασκαύλι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ασκαύλι τα ασκαύλια
      γενική
    αιτιατική το ασκαύλι τα ασκαύλια
     κλητική ασκαύλι ασκαύλια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ασκαύλι < άσκαυλ(ος) +

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ασκαύλι ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]