ασφαλτόπανο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασφαλτόπανο ασφαλτόπανα
γενική ασφαλτόπανου ασφαλτόπανων
αιτιατική ασφαλτόπανο ασφαλτόπανα
κλητική ασφαλτόπανο ασφαλτόπανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασφαλτόπανο < άσφαλτος + -ο- + πανί (< μεσαιωνική ελληνική πανίον < ελληνιστική κοινή πάννος < λατινική pannus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₂n- (ύφασμα) + -ο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασφαλτόπανο ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]