αυλακώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυλακώνω < αυλάκι + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αυλακώνω (παθητική φωνή: αυλακώνομαι)

  1. σκάβω αυλάκια, προκειμένου να φυτέψω
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : αυλακιάζω, αυλακίζω
  2. (ειδικότερα) σχηματίζω σημάδια ή ρυτίδες
  3. (μεταφορικά) δημιουργώ νοητά αυλάκια, χαράσσω, χαρακώνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]