αυταρέσκεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυταρέσκεια αυταρέσκειες
γενική αυταρέσκειας αυταρεσκειών
αιτιατική αυταρέσκεια αυταρέσκειες
κλητική αυταρέσκεια αυταρέσκειες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυταρέσκεια < αυτ- + αρέσκεια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αυταρέσκεια θηλυκό

  • η αίσθηση του να είναι κανείς ικανοποιημένος από τον εαυτό του, αγνοώντας τις αδυναμίες του ή πιθανές αντιξοότητες


32πχ Μεταφράσεις[]