αχτίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αχτίνα οι αχτίνες
      γενική της αχτίνας των αχτίνων
    αιτιατική την αχτίνα τις αχτίνες
     κλητική αχτίνα αχτίνες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αχτίνα < ακτίνα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αχτίνα θηλυκό

  • λαϊκότροπη εκφορά της ακτίνας (λέξη που γράφεται πάντως και ακτίδα και αχτίδα καθώς το κάπα εκφέρεται συχνά ως χι και το δέλτα προέκυψε ακολουθώντας την ηχητική άλλων θηλυκών της τρίτης κλίσης των αρχαίων ελληνικών, λ.χ. των ελπίς-ελπίδος, πατρίς-πατρίδος, ασπίς-ασπίδος)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]