βοθρατζίδικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βοθρατζίδικο βοθρατζίδικα
γενική βοθρατζίδικου βοθρατζίδικων
αιτιατική βοθρατζίδικο βοθρατζίδικα
κλητική βοθρατζίδικο βοθρατζίδικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοθρατζίδικο < βοθρατζής + -ίδικο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βοθρατζίδικο ουδέτερο

  1. βυτιοφόρο όχημα που αδειάζει βόθρους και μεταφέρει τα απόβλητα σε χαβούζα ή άλλο χώρο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]