βόθρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βόθρος βόθροι
γενική βόθρου βόθρων
αιτιατική βόθρο βόθρους
κλητική βόθρε βόθροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόθρος < αρχαία ελληνική βόθρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βόθρος αρσενικό

  1. σκεπασμένος μεγάλος λάκκος, που χρησιμοποιείται για να συγκεντρώνονται και να απορροφούνται, σταδιακά από το έδαφος, τα σπιτικά απόβλητα
  2. (μεταφορικά) (σε εκφράσεις όπως: το στόμα του είναι βόθρος, άνοιξε πάλι ο βόθρος ή παρόμοιες) η αθυροστομία
  3. χαβούζα

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόθρος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βόθρος αρσενικό

  1. λάκκος
  2. (γενικότερα) κοιλότητα
  3. (ειδικότερα) λάκκος για σπονδές σε χθόνιες θεότητες