χαβούζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαβούζα χαβούζες
γενική χαβούζας χαβούζων
αιτιατική χαβούζα χαβούζες
κλητική χαβούζα χαβούζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαβούζα < τουρκική havuz < αραβική حوض hawḍ (δεξαμενή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαβούζα θηλυκό

  1. δεξαμενή που μαζεύει βρομόνερα, βρομερός τόπος
  2. βόθρος
  3. (χυδαίο), (μεταφορικά) ο πρωκτός, η κωλοτρυπίδα
    • (χυδαίο), (μεταφορικά) ακαλλώπιστο και τριχωτό αιδοίο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]