χαβούζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χαβούζα οι χαβούζες
      γενική της χαβούζας των χαβούζων
    αιτιατική τη χαβούζα τις χαβούζες
     κλητική χαβούζα χαβούζες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαβούζα < τουρκική havuz < αραβική حوض (hawḍ, δεξαμενή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαβούζα θηλυκό

  1. δεξαμενή που μαζεύει βρομόνερα, βρομερός τόπος
  2. βόθρος
  3. (χυδαίο), (μεταφορικά) ο πρωκτός, η κωλοτρυπίδα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]