Μετάβαση στο περιεχόμενο

βρία

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βρί αἱ βρίαι
      γενική τῆς βρίᾱς τῶν βριῶν
      δοτική τῇ βρί ταῖς βρίαις
    αιτιατική τὴν βρίᾱν τὰς βρίᾱς
     κλητική ! βρί βρίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βρί
γεν-δοτ τοῖν  βρίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βρία < θρακική [1] *bria

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βρία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  1. βρία & ῥίον - Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.