βρογχοσκόπιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρογχοσκόπιο βρογχοσκόπια
γενική βρογχοσκοπίου βρογχοσκοπίων
αιτιατική βρογχοσκόπιο βρογχοσκόπια
κλητική βρογχοσκόπιο βρογχοσκόπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρογχοσκόπιο < βρόγχος + -σκόπιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρογχοσκόπιο ουδέτερο

  1. (ιατρική): συσκευή, - (ενδοσκοπικό όργανο) -, με το οποίο επιχειρείται βρογχοσκόπηση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]