δέον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέον < αρχαία ελληνική < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δεῖ

Μετοχή[επεξεργασία]

δέον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]