δαιμόνιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαιμόνιο δαιμόνια
γενική δαιμονίου
& δαιμόνιου
δαιμονίων
& δαιμόνιων
αιτιατική δαιμόνιο δαιμόνια
κλητική δαιμόνιο δαιμόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δαιμόνιο < ελληνιστική κοινή δαιμόνιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δαιμόνιο ουδέτερο

  1. κακοποιό πνεύμα, δαίμονας
  2. η ιδιαίτερη εξυπνάδα και οποιαδήποτε ξεχωριστή ικανότητα έχει ένας άνθρωπος ή λαός
    το δαιμόνιο του Έλληνα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]