δερβίσης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δερβίσης δερβίσηδες
γενική δερβίση δερβίσηδων
αιτιατική δερβίση δερβίσηδες
κλητική δερβίση δερβίσηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δερβίσης < λόγια προφορά του ντερβίσηςδείτε τη λέξη: τουρκική derviş < περσική درویش (Darvīsh)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɛɾ'vi.sis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δερβίσης αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]