διεξοδικότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διεξοδικότητα < διεξοδικός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διεξοδικότητα θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διεξοδικότητα
|
|