λεπτομερής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λεπτομερής λεπτομερής λεπτομερές
γενική λεπτομερούς λεπτομερούς λεπτομερούς
αιτιατική λεπτομερή λεπτομερή λεπτομερές
κλητική λεπτομερή(ής) λεπτομερής λεπτομερές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λεπτομερείς λεπτομερείς λεπτομερή
γενική λεπτομερών λεπτομερών λεπτομερών
αιτιατική λεπτομερείς λεπτομερείς λεπτομερή
κλητική λεπτομερείς λεπτομερείς λεπτομερή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπτομερής < αρχαία ελληνική λεπτομερής < λεπτός + μέρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λεπτομερής, -ής, -ές

  1. που περιλαμβάνει και εξετάζει κάθε λεπτομέρεια
    λεπτομερής έλεγχος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπτομερής < λεπτός + μέρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λεπτομερής, -ής, -ής

  1. που αποτελείται από πολύ λεπτά μόρια· επίθετο που αποδίδεται στο νερό, τη φωτιά, την ψυχή κλπ
    αντώνυμα: παχυμερής
  2. (στους μεταγενέστερους συγγραφείς) που εξετάζεται με κάθε λεπτομέρεια
  3. (για πρόσωπα) καλλιεργημένος, επιμελής

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883