εξαντλητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξαντλητικός η εξαντλητική το εξαντλητικό
      γενική του εξαντλητικού της εξαντλητικής του εξαντλητικού
    αιτιατική τον εξαντλητικό την εξαντλητική το εξαντλητικό
     κλητική εξαντλητικέ εξαντλητική εξαντλητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξαντλητικοί οι εξαντλητικές τα εξαντλητικά
      γενική των εξαντλητικών των εξαντλητικών των εξαντλητικών
    αιτιατική τους εξαντλητικούς τις εξαντλητικές τα εξαντλητικά
     κλητική εξαντλητικοί εξαντλητικές εξαντλητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαντλητικός < εξαντλώ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.ksan.dli.tiˈkos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /e.ksan.dli.tiˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /e.ksan.dli.tiˈko/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

εξαντλητικός, -ή, -ό

  1. για εργασία, προσπάθεια κ.λπ. που εξαντλεί
     συνώνυμα: εξουθενωτικός, κουραστικός
    ο δρομέας τερμάτισε μετά από μια εξαντλητική προσπάθεια
  2. που δεν εξαιρεί κανένα από τα στοιχεία ενός συνόλου
    ο συγγραφέας προχωρεί σε εξαντλητική απαρίθμηση όλων των αιτίων του φαινομένου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]