εκκενώτρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εκκενώτρια θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εκκενώτρια
|
|
εκκενώτρια θηλυκό
|
|