εμμηναγωγό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμμηναγωγό εμμηναγωγά
γενική εμμηναγωγού εμμηναγωγών
αιτιατική εμμηναγωγό εμμηναγωγά
κλητική εμμηναγωγό εμμηναγωγά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμμηνος (< ἐν + μήν, μηνός) + αγωγός (< ἄγω = οδηγώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμμηναγωγό ουδέτερο

η φαρμακευτική ουσία που έχει τη δυνατότητα, χωρίς να έχει προηγηθεί ωορρηξία, να προκαλέσει αιμορραγία, όταν δεν έχει έμφανιστεί κανονική έμμηνη ρύση

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

εμμηναγωγό