αιμορραγία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιμορραγία αιμορραγίες
γενική αιμορραγίας αιμορραγιών
αιτιατική αιμορραγία αιμορραγίες
κλητική αιμορραγία αιμορραγίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμορραγία < αρχαία ελληνική αἱμορραγία < αἱμορραγῶ < αἷμα + ῥήγνυμι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.mɔ.ɾa.ˈʝi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιμορραγία θηλυκό

  1. (ιατρική) η απώλεια αίματος, εξωτερικά ή εσωτερικά του σώματος, λόγω ρήξης των αιμοφόρων αγγείων, η οποία προκαλείται από τραυματισμό ή άλλες αιτίες
    εσωτερική αιμορραγία (όταν το αίμα που εξέρχεται από τα αιμοφόρα αγγεία παραμένει σε κάποια κοιλότητα εντός του σώματος)
  2. (μεταφορικά) η απώλεια ζωτικών πόρων
    οικονομική αιμορραγία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]