εξάγγελος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξάγγελος εξάγγελοι
γενική εξαγγέλου
& εξάγγελου
εξαγγέλων
& εξάγγελων
αιτιατική εξάγγελο εξαγγέλους
& εξάγγελους
κλητική εξάγγελε εξάγγελοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξάγγελος < αρχαία ελληνική ἐξάγγελος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξάγγελος αρσενικό

  1. πρόσωπο της αρχαίας τραγωδίας που έρχεται για να αναγγείλει κάτι που συνέβη στον εσωτερικό χώρο που υποτίθεται ότι υπάρχει πίσω από τη σκηνή


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]