επανάκριση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επανάκριση οι επανακρίσεις
      γενική της επανάκρισης των επανακρίσεων
    αιτιατική την επανάκριση τις επανακρίσεις
     κλητική επανάκριση επανακρίσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επανάκριση < επανακρί(νω) + -ση

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.paˈna.kɾi.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐πα‐νά‐κρι‐ση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επανάκριση θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 11, έτος 2012, ISSN: 1106‑8027. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr