επιστήλιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιστήλιο επιστήλια
γενική επιστηλίου επιστηλίων
αιτιατική επιστήλιο επιστήλια
κλητική επιστήλιο επιστήλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιστήλιο < επί + στήλη + -ιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιστήλιο ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος), (ναυπηγικός όρος): κάθε τμήμα ιστού ή καταρτιού που φέρεται προοδευτικά προσδεμένο στη στήλη ιστού
    επειδή σε κάθε ιστιοφόρο φέρονται πολλά επιστήλια προς διάκριση μεταξύ τους λαμβάνουν την ονομασία του ιστίου (πανιού) που φέρει η κεραία εκάστου εξ αυτών, διαφέρουν δε μεταξύ τους σε διαστάσεις όπου και συνδέονται προοδευτικά σε φθίνουσα σειρά.
    ένας ιστός, ή κατάρτι πλοίου μπορεί να συγκροτείται και από πέντε επιστήλια, το ένα ύπερθεν του άλλου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]