ερινύα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Ερινύα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ερινύα οι ερινύες
      γενική της ερινύας των ερινύων
    αιτιατική την ερινύα τις ερινύες
     κλητική ερινύα ερινύες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερινύα < Ερινύα < αρχαία ελληνική Ἐρινύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ερινύα θηλυκό

  • (πιο συνηθισμένο στον πληθυντικό: ερινύες) οι τύψεις που βασανίζουν κάποιον όταν αισθάνεται ότι έχει κάνει κάτι κακό
    με βασανίζουν οι ερινύες
    Είσαι σαν εκδικητική ερινύα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]