ετεροδημότης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ετεροδημότης < ετερο- + δημότης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ετεροδημότης αρσενικό

  • αυτός που μένει σε δήμο διαφορετικό από αυτόν στον οποίον ψηφίζει

Μεταφράσεις[επεξεργασία]