ετεροπροσδιορισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ετεροπροσδιορισμός < έτερος + προσδιορίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ετεροπροσδιορισμός αρσενικό

  • όταν μια πράξη ή μια πολιτική θεωρία ή οποιαδήποτε ενέργεια δεν καθορίζεται σύμφωνα με τις προσωπικές αρχές του/των υποκειμένων, αλλά ανάλογα ή σε αντίδραση προς τις κινήσεις και τις απόψεις κάποιων άλλων:
το κόμμα μας σύντροφοι πρέπει να αποφασίσει για απεργία με βάση τις αρχές μας και όχι να την κηρύξει μόνο και μόνο επειδή είναι κατά της απεργίας οι αντίπαλοί μας - αυτό είναι ετεροπροσδιορισμός.
θα βγω με τον Κώστα επειδή μου αρέσει και όχι από αντίδραση στους γονείς μου που δεν τους αρέσει - είναι πράξη επιλογής η σχέση μου και όχι ετεροπροσδιορισμός.
επιβεβλημένος ετεροπροσδιορισμός από ενήλικο σε ανήλικο ή σε άτομο που δεν έχει πλήρη και νομικά αναγνωρισμένη συνειδητότητα, δηλαδή νηπιοβαπτισμός και βάπτιση νοητικά υστερούντων


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]