ετεροφυλοφιλία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ετεροφυλοφιλία < απόδοση για την αγγλική heterosexuality ή γαλλική hétérosexualité (νόθο σύνθετο)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ετεροφυλοφιλία θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ετεροφυλόφιλος
- ετεροφυλοφιλικός
- → και δείτε τις λέξεις έτερος, φύλο και φιλία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ετεροφυλοφιλία
Πηγές
[επεξεργασία]- ετεροφυλοφιλία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικές αποδόσεις από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικές αποδόσεις από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)