ετρουσκικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | ετρουσκικά | ||
| γενική | των | ετρουσκικών | ||
| αιτιατική | τα | ετρουσκικά | ||
| κλητική | ετρουσκικά | |||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ετρουσκικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ετρουσκικός στον πληθυντικό
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.tɾu.sciˈka/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐τρου‐σκι‐κά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ετρουσκικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
Σημειώσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]ετρουσκικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ετρουσκικός
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλώσσες (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
