ζαχαρόζη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική η ζαχαρόζη
      γενική της ζαχαρόζης
    αιτιατική τη ζαχαρόζη
     κλητική ζαχαρόζη
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαχαρόζη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική saccharose < λατινική saccharum / saccharon < ελληνιστική κοινή σάκχαρις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζαχαρόζη θηλυκό, μόνο στον ενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]