ηπατοκήλη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ηπατοκήλη | οι | ηπατοκήλες |
| γενική | της | ηπατοκήλης | — | |
| αιτιατική | την | ηπατοκήλη | τις | ηπατοκήλες |
| κλητική | ηπατοκήλη | ηπατοκήλες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «ζέστη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ηπατοκήλη < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ηπατοκήλη θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ηπατοκήλη
Κατηγορίες:
- Επέκταση
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζέστη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)