καβαλαρία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καβαλαρία καβαλαρίες
γενική καβαλαρίας καβαλαριών
αιτιατική καβαλαρία καβαλαρίες
κλητική καβαλαρία καβαλαρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καβαλαρία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καβαλαρία θηλυκό

  1. ομάδα ιππέων, ιππικό
    Φεύγοντας από την Άρτα, η Τουρκιά, πεζούρα και καβαλαρία, μας πήρε κοντά και σκλάβωνε ανθρώπους και σκότωνε. (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

καβαλαρία

  1. καβάλα σε άλογο ή άλλο ζώο
    πηγαίναμε όλοι καβαλαρία στο επάνω χωριό