καινοθήρας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καινοθήρας < καινός + θήρα (κυνήγι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καινοθήρας αρσενικό

  1. αυτός που διαρκώς αναζητεί το καινούριο (ως αυτοσκοπό)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]