καινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: κενός, κενώς, καινώς

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καινός καινή καινό
γενική καινού καινής καινού
αιτιατική καινό καινή καινό
κλητική καινέ καινή καινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καινοί καινές καινά
γενική καινών καινών καινών
αιτιατική καινούς καινές καινά
κλητική καινοί καινές καινά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καινός < αρχαία ελληνική καινός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καινός, -ή, -ό

 συνώνυμα: καινούργιος, νέος, πρόσφατος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • καινά δαιμόνια ιδέες που φθείρουν τα χρηστά ήθη
    Ἀδικεῖ Σωκράτης, οὓς μὲν ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων, ἓταιρα δὲ καινὰ δαιμόνια, τούς τε νέους διαφθείρων. Τίμημα θάνατος.

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]