καπηλευτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπηλευτής καπηλευτές
γενική καπηλευτή καπηλευτών
αιτιατική καπηλευτή καπηλευτές
κλητική καπηλευτή καπηλευτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπηλευτής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπηλευτής αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]