καταβρεχτήρας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καταβρεχτήρας αρσενικό
- υδροφόρο όχημα με το οποίο καταβρέχουν τους δρόμους, για να κατακαθίσει ο κουρνιαχτός ή για άλλους λόγους