καταβύθιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καταβύθιση οι καταβυθίσεις
      γενική της καταβύθισης
& καταβυθίσεως
των καταβυθίσεων
    αιτιατική την καταβύθιση τις καταβυθίσεις
     κλητική καταβύθιση καταβυθίσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταβύθιση < κατα- + βύθιση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταβύθιση θηλυκό

  1. πλήρης βύθιση
  2. δημιουργία ενός στερεού σε ένα διάλυμα ή μέσα σε ένα άλλο στερεό κατά τη διάρκεια μιας χημικής αντίδρασης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]