κηδεστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηδεστής < Αρχική - Ριζική: κήδω / κήδομαι < αρχ. «φροντίζω» < ΙΕ kad- «φροντίδα»[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κηδεστής αρσενικό

  1. ο συγγενής κάποιου εξ αγχιστείας, από επιγαμία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]