κοντομερί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κοντομερί σε εξώθυρα. Πάνορμο Μυλοποτάμου

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντομερί < → λείπει η ετυμολογία
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοντομερί κοντομεριά
γενική κοντομεριού κοντομεριών
αιτιατική κοντομερί κοντομεριά
κλητική κοντομερί κοντομεριά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοντομερί ουδέτερο

  • (κρητικά) σίδερο που χρησιμεύει να κρατά κλειστή πόρτα, στερεωνόμενο σε κρίκους, στερεωμένους στον τοίχο και στην πόρτα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]