κοσμηματογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοσμηματογραφία οι κοσμηματογραφίες
      γενική της κοσμηματογραφίας των κοσμηματογραφιών
    αιτιατική την κοσμηματογραφία τις κοσμηματογραφίες
     κλητική κοσμηματογραφία κοσμηματογραφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοσμηματογραφία < κοσμήματ(ος) + -ο- + -γραφία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοσμηματογραφία θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]