κουμπάνια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουμπάνια κουμπάνιες
γενική κουμπάνιας
αιτιατική κουμπάνια κουμπάνιες
κλητική κουμπάνια κουμπάνιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουμπάνια < ιταλική compagn(i)a

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουμπάνια θηλυκό

  1. εφοδιασμός με τρόφιμα
  2. τρόφιμα, εφόδια
    Γιά μιά βδομάδα, πάντα θά εἴχανε κουμπάνια, καί δέν εἶναι παραπάν’ ἀπό πέντε μέρες πού ἀγρίεψε ὁ χειμώνας (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)
  3. (κρητική διάλεκτος) (ουδέτερο, πληθυντικός) (νηστίσιμα) λουκούμια, κουμπανάκια

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]