Μετάβαση στο περιεχόμενο

κούρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κοῦρος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κούρος οι κούροι
      γενική του κούρου των κούρων
    αιτιατική τον κούρο τους κούρους
     κλητική κούρε κούροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κούρος, άγαλμα που βρέθηκε στο Σούνιο, 600 πκε
Κούρος από το Πτῷον της Βοιωτίας, 520 πκε

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κούρος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Kuros, αγγλική Kouros, γαλλική Kouros < αρχαία ελληνική κοῦρος[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈku.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κούρος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κούρος αρσενικό

  1. (αρχαιολογία) μαρμάρινα αγάλματα μεγάλων διαστάσεων ανδρικής μορφής, τα οποία κατασκευαζόταν στην Αρχαία Ελλάδα μετά τη μέση αρχαϊκή περίοδο 580 π.Χ. μέχρι το 480 π.Χ.
  2. (κατ’ επέκταση) πολύ ωραίος νεαρός άνδρας

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κούρος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. κούρος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας