κωλοχανείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κωλοχανείο κωλοχανεία
γενική κωλοχανείου κωλοχανείων
αιτιατική κωλοχανείο κωλοχανεία
κλητική κωλοχανείο κωλοχανεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωλοχανείο < κωλο- + -χανείο (χάνι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κωλοχανείο ουδέτερο

  • ένας χώρος που είναι εντελώς ανοργάνωτος ή έχει την μηδαμινή οργάνωση ενός οίκου ανοχής
Το γραφείο όπου δουλεύω είναι τελείως κωλοχανείο. Παντού υπάρχει ανοργανωσιά.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]