κωλο-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωλο- < κώλος

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

κωλο-

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων που σχετίζονται με τον κώλο
    π.χ. κωλομέρι
  2. πρώτο συνθετικό λέξεων με υποτιμητική ή/και υβριστική σημασία
    π.χ. κωλόπαιδο
  3. δηλώνει τη δυσαρέσκεια του ομιλητή γι' αυτό που δηλώνει το δεύτερο συνθετικό
    π.χ. κωλόκαιρος

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

κωλο-, κωλό-, κωλ-[επεξεργασία]

Λεξικό της κοινής νεοελληνικής[1]